συμβάλλω


συμβάλλω
сражаюсь с кем

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "συμβάλλω" в других словарях:

  • συμβάλλω — throw together pres subj act 1st sg συμβάλλω throw together pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβάλλω — συμβάλλω, συνέβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συμβάλλω — ΝΜΑ [βάλλω] 1. (για ποταμό) χύνομαι σε άλλον, ενώνομαι με άλλον (α. «ο Λουδίας συμβάλλει με τον Αξιό» β. «ῥοὰς Σιμόεις συμβάλλετον ἠδὲ Σκάμανδρος», Ομ. Ιλ.) 2. (ιδίως για σωλήνες και αγωγούς) καταλήγω σε κάτι άλλο και ενώνομαι μαζί του (α. «τα… …   Dictionary of Greek

  • συμβάλλω — [симвалло] р. содействовать, способствовать, помогать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συμβάλλω — συνέβαλλα, συνέβαλα 1. (για ποτάμια, δρόμους, σωλήνες, φλέβες), συναντιέμαι, ανταμώνω: Στο σημείο που συμβάλλουν οι δύο ποταμοί γίνονται συχνά πλημμύρες. 2. συντελώ: Συμβάλλουν όλοι όσο μπορούν στην επιτυχία αυτού του σκοπού. – Στην ανάδειξή του… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξυμβάλλετον — συμβάλλω throw together pres imperat act 2nd dual συμβάλλω throw together pres ind act 3rd dual συμβάλλω throw together pres ind act 2nd dual συμβάλλω throw together imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβάλησθε — συμβάλλω throw together aor subj mp 2nd pl συμβάλλω throw together aor subj act 2nd pl (epic) συμβά̱λησθε , συμβάλλω throw together aor subj mid 2nd pl (doric) συμβά̱λησθε , συμβάλλω throw together aor subj act 2nd pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβάλλετον — συμβάλλω throw together pres imperat act 2nd dual συμβάλλω throw together pres ind act 3rd dual συμβάλλω throw together pres ind act 2nd dual συμβάλλω throw together imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβάλῃ — συμβάλλω throw together aor subj mp 2nd sg συμβάλλω throw together aor subj act 3rd sg συμβά̱λῃ , συμβάλλω throw together aor subj mid 2nd sg (doric) συμβά̱λῃ , συμβάλλω throw together aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβαλοῦσι — συμβάλλω throw together aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμβάλλω throw together fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) συμβάλλω throw together fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβαλοῦσιν — συμβάλλω throw together aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμβάλλω throw together fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) συμβάλλω throw together fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)